Ο Ιωάννης δεν ήταν ένα αγόρι ζαρωμένο, φοβισμένο, με αισθήματα μειονεξίας. Κάθε άλλο! Βέβαια το ήξερε πως ήταν σκλάβος, κτήμα στη διάθεση του Τούρκου αφεντικού του, αφού ζούσε μέσα στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ήξερε ότι την κάθε στιγμή μπορούσε να τον κάνει ό,τι ήθελε. Όπως ένα πρόβατο που το κάνεις ό,τι θέλεις το πουλάς, το σφάζεις, το τυρρανάς. Δεν δίνεις λογαριασμό σε κανένα. Αλλά είχε συνείδηση και των προνομιών του. Ήταν καλά κατηχημένος. Ήξερε πρώτα απ’ όλα πως ήταν άνθρωπος. Εικόνα του Θεού και μάλιστα βαφτισμένος στο όνομα της Αγίας Τριάδας, δηλαδή παιδί του Θεού και κληρονόμος του Θεού. Ανάμεσα λοιπόν στους αβάφτιστους Αγαρηνούς ένιωθε κάτι παραπάνω από πρίγκιπας. Κοντά σ’ αυτά ένιωθε και την περηφάνεια της γενιάς του. Ήταν Έλληνας. Γεννήθηκε σε ένα χωριό της Πελοποννήσου, στις Γούβες, κοντά στην όμορφη Μονεμβασιά, το έτος 1758.
Ο πατέρας του ήταν ιερέας κι είχε το προνόμιο ο Ιωάννης από μικρός να ακούει από το στόμα του πατέρα του τις ιστορίες για την Πίστη και το Γένος μας.
Γύρω στα 1770 το σκηνικό αλλάζει και Αρβανίτες μπαίνουν στο χωριό τους καίγοντας σπίτια, καταστρέφοντας χωριά και σφάζοντας ανθρώπους χριστιανούς. Μπροστά στα μάτια του 15χρονου Ιωάννη έσφαξαν τον ιερέα πατέρα του και αυτόν μαζί με την μητέρα του τους πούλησαν σκλάβους.
Δύο και τρεις φορές άλλαξε αφεντικά ο Ιωάννης, μα στον θρόνο της καρδιάς του είχε πάντα θρονιασμένο τον Αφέντη Χριστό.
Ο Ιωάννης ήταν πρόθυμος και σβέλτος στη δουλειά. Ας ήταν μικρός έκανε τη δουλειά που κατόρθωνε ένας μεγάλος. Πειθαρχούσε, έκανε τα θελήματα του αφεντικού του, αλλά ποτέ με σκυμμένο προσκυνημένο κεφάλι. Έτσι κάνει ο Χριστός τους δικούς του, εσωτερικά και μόνιμα ελεύθερους. Όλα αυτά τα φερσίματα θα το πιστέψετε; – άρεσαν στον Αγαρηνό που ήταν το τελευταίο αφεντικό του. Η αρετή επιβάλλεται και στους εχθρούς και στους βαρβάρους ακόμη και ή θα κινήσει τον θαυμασμό και τον σεβασμό ή τον θανάσιμο φθόνο. Βλέποντας τον έξυπνο και χαριτωμένο σκλάβο του, ωρίμαζε μια σκέψη μέσα του μήπως με τον νέο αυτόν έβρισκε ένα φάρμακο στο μαράζι του, που δεν είχε παιδιά;… Και αρχίζουν τα παρακάλια και οι ιδιαίτερες τιμές. Με άλλο μάτι έβλεπαν πια τον Ιωάννη ο αφέντης και η χανούμισσα γυναίκα του. Αφού το συμφώνησαν και το αποφάσισαν θα γινόταν. Ο Μονεμβασιώτης θα γινόταν παιδί τους. Κι έπειτα κληρονόμος της σπουδαίας περιουσίας τους. Ο νέος έχει ν’ αντιμετωπίσει και να παλέψει μ’ έναν τρομερό πειρασμό τον πειρασμό του πλούτου και τον αξιώματος. Ίσως αν δεχόταν, θα μπορούσε να βοηθήσει και τους φτωχούς ραγιάδες. Ε, να δεχθεί λοιπόν! και το σκέφτεται; Αυτό θα έκαναν πολλοί νέοι στη θέση του. Ο Ιωάννης όμως δεν το έκανε, ούτε καν το συζητούσε. Στις καθημερινές περιποιήσεις, κολακείες, υποσχέσεις ο Ιωάννης ανυποχώρητος. Γιατί; Ο Αγαρηνός του ζητά ν’ αλλάξει την πίστη του, να τουρκέψει κι αυτό δεν ανέχεται ούτε καν να τ’ ακούσει. Ποτέ!… θ’ αρνηθεί ότι τι αν γίνει! Ότι κι αν γίνει; Καταλαβαίνει ο Ιωάννης. Ας είναι μικρός. Ή θα δεχτεί ν’ αλλάξει την πίστη του ή πρέπει ν’ αποφασίσει για τη ζωή του.
Και αποφάσισε ο Ιωάννης: Θα έμενε γιος του Θεού Πατέρα! Ήταν η πρώτη νίκη του Ιωάννη. Την κέρδισε την μάχη στο μυαλό και στην καρδιά του. Εκεί πρωτοκερδίζονται οι μάχες. Αν δεν λυγίσεις εκεί, νίκησες και ο Ιωάννης έμεινε εκεί ασυμβίβαστος.
Μα το αφεντικό του δεν παραιτείται…
Με δαιμονικά, προσπαθούν να τον ξεμυαλίσουν να τον κάνουν να κυριευτεί από ανήθικες επιθυμίες. Περίεργο δε φαίνεται; Αυτοί ήθελαν να του χαλάσουν την πίστη και τώρα προσπαθούν με μαγικά να τον ελκύσουν σε άσχημα πράγματα; Ξέρει ο πονηρός από τέτοια!…. Για να έχεις ακλόνητη πίστη στον Χριστό πρέπει να έχεις καθαρή ζωή. Βλέπεις χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται. Ήξεραν λοιπόν που σημάδευαν οι Τουρκάλες. Και τι δεν έκαναν για να χάσει την αγνότητα του ο Ιωάννης, για να μπορούν μετά να τον πάρουν δικό τους. Αλλά ο νέος του Χριστού έμενε καθαρός απ’ όλα. Πεντακάθαρος! Είχε τον Θεό μέσα του και μπροστά στα μάτια του. Και όποιος βλέπει μπροστά στα μάτια του του Θεό, που ευλαβείται και αγαπά, δεν αμαρτάνει. Οι πονηρές Τουρκάλες μάταια χάνουν τον χρόνο τους και δηλώνουν νικημένες στη χανούμισσα «αυτό το παιδί δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Να βρείτε άλλο τρόπο να γίνει το θέλημα σας».
Ο Ιωάννης λοιπόν με το καλό δεν έπαιρνε. Και τα δαιμονικά που του ετοίμαζαν όλα απέτυχαν. Ο Αγαρηνός πήρε την απόφαση του. Θα δοκίμαζε τώρα με το άγριο, με το σκληρό. Είχε ελπίδες. Θ’ ανάγκαζε βία το σκλαβόπουλο σε υποχώρηση. Παιδί ήταν. Πόσο θα αντιστεκόταν;
Εκείνη τη μέρα δεν τον έστειλε σε δουλειά. Στάθηκε οργισμένος μπροστά στο νέο. Τράβηξε νευρικά από τη θήκη το σπαθί «εμπρός για το τζαμί. Θέλοντας και μη θα τουρκέψεις», του είπε αγριοφωνάζοντας. Μπροστά, λοιπόν, ο Ιωάννης από πίσω του ο Αγαρηνός να του κεντάει κάπου-κάπου την πλάτη με το σπαθί του, κάνοντας το ρούχο του να ματώσει. Γύριζαν οι Αγαρηνοί και κοίταζαν τους περαστικούς για λίγο… και πάλι στη δουλειά τους. Τώρα, αν κάποιοι επέμεναν να παρατηρούν ήταν που τους εντυπωσίαζε το παιδί. Τι σταθερό βάδισμα ήταν αυτό; Καθόλου φοβισμένος. Στητό, παλληκαρίσιο βάδισμα. Τι
πρόσωπο ήταν αυτό; Εντελώς ανεπηρέαστο. Όλο φως. Λες και πήγαινε για παρασημοφορία, για στεφάνωμα. Γενναίος, ευγενής, σεμνός, αποφασιστικός. Μεγαλοπρεπής. Αλλιώτικος απ’ όλους. Και τόσο νέος! Βέβαια, ο Αγαρηνός μπορούσε και αλλιώτικα ν’ οδήγηση τον Ιωάννη στο τζαμί. Διάλεξε όμως αυτόν τον θεαματικό τρόπο για να τον διασύρει, να λυγίσει, να τσακίσει το ηθικό του. Πόσο έξω έπεσε στους υπολογισμούς του! Και να, ο όχλος των Τούρκων που μαζεύτηκε στο τζαμί τον υποδέχεται με σπαθιά και κλωτσιές δυνατές για να του αλλάξει την πίστη.
«Εγώ Χριστιανός είμαι και χριστιανός θέλω να πεθάνω», ομολογεί θριαμβευτικά και γενναία ο Ιωάννης.
Ματωμένος, κακοπαθημένος αλλά όρθιος, βράχος σταθερός κι ανυποχώρητος ανάγκαζε τους Αγαρηνούς να υποχωρούν. Μόνος
αυτός ανάμεσα σε πολλούς. Μικρός κι ανυπεράσπιστος στα χέρια μεγάλων και οπλισμένων.
Γεμάτος πληγές από χτυπήματα που έσταζαν αίμα γύρισε στο σπίτι με συνοδεία τον οργισμένου αφεντικού του ο Ιωάννης. Η χανούμισσα συμμερίστηκε την σκασίλα του άντρα της. Κρύωσε η καρδιά τους για το παιδί, εξατμίστηκε η συμπάθεια τους. Τώρα δημιουργούνταν ζήτημα πείσματος. «Δεν πρέπει να του περάσει».
Η αφορμή δόθηκε, έφτασε η νηστεία της Παναγίας, του 15 Αυγούστου. Ο Ιωάννης από το πρωί δεν άγγιξε το τυρί. Άρμεξε τις αγελάδες αλλά το γάλα τους δεν το ήπιε. Το μεσημέρι δεν έφαγε το αρτύσιμο φαγητό. Γιατί; «Είναι η νηστεία της Κυρίας Θεοτόκου. Εμείς 15 μέρες δεν τρώμε, νηστεύουμε. Τιμάμε τη Μητέρα του Χριστού μας». Γυάλισαν τα μάτια του Αγαρηνού. Κάποια ιδέα του ήρθε: στην απ’ έξω βία δεν υποχώρησε το παιδί, η από μέσα όμως θα τον γονάτιζε. θα τον ανάγκαζε λοιπόν να φάει. Και με αυτό τον τρόπο θα άρχιζε το ξήλωμα!
Κανείς δεν χαλάει την πίστη του αμέσως. Σιγά-σιγά όμως, λίγο-λίγο… Σήμερα θα χαλούσε την νηστεία, αύριο την προσευχή… και έτσι θα τον κατάφερνε…
«Χανούμισσα, κάνε λαχταριστό φαγητό με κρέας. Να τρυπάει τα
ρουθούνια».
Έβαλε την πιατέλα με τ’ αχνιστό λαχταριστό κρέας μπροστά του. Επέμενε ο αφέντης. Ανυποχώρητος ο Ιωάννης. Αυτή η στάση του προκάλεσε τον Αγαρηνό, τον άρπαξε και τον φυλάκισε μέσα στον στάβλο αφήνοντας την πιατέλα με το φαγητό. «Για να δούμε, τι θα κάνεις όταν πεινάσεις».
Φυλακισμένος ο Ιωάννης μέσα στον στάβλο. Βρωμιά, κοπριά, ακαθαρσίες. Όλα σκοτεινά. Αράχνες. Άθλιο περιβάλλον. Καθένας δεν θα το άντεχε. Ο Ιωάννης, όμως το αγάπησε. Όπως ο αθλητής το στίβο. Έριξε λίγα ξερά χόρτα κάτω και γονάτισε. Όσο ακόμη δεν ήταν εξαντλημένος έπρεπε πολύ να προσευχηθεί. Ήταν μικρός αυτός για μεγάλα μαρτύρια. Είχε όμως την πεποίθηση ότι όταν μικροί υποφέρουν τα μεγάλα και δεν υποχωρούν τότε περισσότερο φαίνεται η δύναμη του Θεού και δοξάζεται τ’ όνομα Του. Καθημερινά ορμούσε μέσα στο στάβλο ο Αγαρηνός με φρέσκο λαχταριστό φαγητό, δίχως ψωμί και νερό. Όμως τίποτε! Ο Ιωάννης ανυποχώρητος. Λιποθυμούσε αλλά δεν λιποψυχούσε.
Έτυχε να πεινάσετε ποτέ σας πολύ, πάρα πολύ; Είναι τυραννικό το αίσθημα της πείνας. Κόβονται οι δυνάμεις και το μυαλό σταματάει να λειτουργεί. Ούτε να κοιμηθείς μπορείς. Κι αν τύχει κάπου κοντά σου να μαγειρεύουν φαγητό και να φθάνουν στη μύτη σου οι μυρωδιές!… Ή αν το έχεις μπροστά σου και το βλέπεις!… Μεγαλώνει το μαρτύριο.
Το μυαλό του Ιωάννη όμως, φωτισμένο και ενισχυμένο από το Θεό κυριαρχούσε τέλεια στο αίσθημα της πείνας. Βέβαια ένα τέτοιο μυαλό που να μπορεί να κυβερνά και να εξουσιάζει τις ανθρώπινες ορμές δεν γίνεται σε μια στιγμή. Μορφώνεται μέρα με τη μέρα με τα μυστήρια της Εκκλησίας μας, με την μελέτη της Αγίας Γραφής, με προσευχή και άσκηση.
Δεκαπέντε μέρες η νηστεία του 15Αυγούστου, 15 μέρες κράτησε το μαρτύριο του Ιωάννη μέσα στο στάβλο. Μαζί με την δοκιμασία της πείνας, ο εξαγριωμένος Αγαρηνός άλλοτε τον κρεμούσε και άλλοτε τον τρυπούσε με το σπαθί.
Ώσπου στο μαρτύριο του σώματος ήρθε απρόσκλητος κι ο σπαραγμός της ψυχής. Πλησίασε η πονεμένη μάνα που δεν ήθελε να τον χάσει. Μόνο αυτόν είχε στον κόσμο, αυτός ήταν η χαρά μες την σκλαβιά της. «Παιδί μου, φάε λίγο κρέας, μια μικρή υποχώρηση θα σου την συγχωρήσει η Παναγιά μας, δεν είναι δα και τόσο κακό αυτό, σκλάβοι είμαστε».
Πονούσε η καρδιά του Ιωάννη που έβλεπε τη μάνα του να κλαίει και να θρηνεί. Μα δεν επηρεάστηκε. «Μανούλα μου, αν δε φυλάξουμε τα μικρά, πως θα φυλάξουμε τα μεγάλα;», της είπε με στοργή.
Ο Αγαρηνός έχασε την υπομονή του, μα ο Ιωάννης δεν έχανε την πίστη του, 2 μήνες άντεχε καθημερινό μαρτύριο.
Ήταν 19 Οκτωβρίου του 1775 όταν ο Αγαρηνός κατέβηκε με νεύρα στο στάβλο. Αγριοκοίταξε την Ιωάννη με θανάσιμο μίσος «Τουρκίζεις να σωθείς;»
«Όχι!, είπε το παλληκάρι του Χριστού με όση φωνή είχε απομείνει. Χριστιανός θέλω να πεθάνω».
Με δύναμη έμπηξε το μαχαίρι στο στήθος του παιδιού και τ’ άφησε να σωριαστεί στο χώμα. Θανάσιμα τραυμάτισε την καρδιά του και δύο μέρες μετά ο Ανυποχώρητος Ιωάννης αναχώρησε για τον ουρανό νικητής!
Κάθε χρόνο 21 Οκτωβρίου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του και τον γιορτάζει λαμπρά για την ανυποχώρητη αντίστασή του…
Ας θυμόμαστε τα λόγια του που τα εφάρμοζε σε κάθε στιγμή της ζωής του: «Αν τα μικρά δε φυλάξουμε, πως θα φυλάξουμε τα μεγάλα;»
Απολυτίκιον. ‘Ηχος Γ’. Θείας πίστεως.
Θείον γόνον Σε, Μονεμβασία, ανεβλάστησε καρποφορούντα, Ιωάννη,
τα της Πίστεως χάριτας των γαρ πατρώων θεσμών αντεχόμενος τους
εκ της Άγαρ αθλήσας κατήσχυνας. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν
ικέτευε δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.